ΚΥΠΡΟΣ: Τον χώρισε, δεν το αποδέχτηκε και απειλούσε για εκδίκηση με γυμνές φωτογραφίες και βίντεο
Σοβαρά ποινικά αδικήματα, μεταξύ των οποίων και αδικήματα που αφορούν σε εκδικητική πορνογραφία (porn revenge), φέρεται να διέπραξε άνδρας, ο οποίος δεν αποδέχθηκε τον τερματισμό της μυστικής ερωτικής του σχέσης με παντρεμένη γυναίκα. Σύμφωνα με άρθρο του «Πολίτη» το οποίο υπογράφει ο Νέαρχος Κυπριανού, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε αίτηση για ακύρωση διατάγματος έρευνας στο διαμέρισμα όπου διέμενε, στο πλαίσιο της υπόθεσης.
Σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου, ο αιτητής, πρώην ερωτικός σύντροφος της γυναίκας, φέρεται να απέκτησε εικόνες και βίντεο κατά τη διάρκεια των ερωτικών τους συνευρέσεων. Στη συνέχεια, στην προσπάθειά του να εκθέσει και να ταπεινώσει την πρώην ερωτική του σύντροφο, φέρεται να ενημέρωσε τον σύζυγό της τόσο για την ερωτική τους σχέση όσο και για το υλικό που κατείχε.
Μάλιστα, τον Δεκέμβριο του 2024 φέρεται να απείλησε και τον σύζυγό της ότι, αν δεν του έδινε το χρηματικό ποσό των €100.000, θα δημοσίευε γυμνές φωτογραφίες της συζύγου του και ότι, αν τολμούσε να προβεί σε καταγγελία στην Αστυνομία, θα παρέδιδε τις γυμνές φωτογραφίες σε άλλο πρόσωπο για να τις δημοσιεύσει.
Σύμφωνα με το άρθρο του «Πολίτη», η υπόθεση καταγγέλθηκε στην Αστυνομία τον περασμένο Ιανουάριο από την πρώην σύντροφο του αιτητή. Ακολούθως, η Αστυνομία εξασφάλισε ένταλμα σύλληψης εναντίον του και ένταλμα έρευνας του τόπου διαμονής του, του χώρου εργασίας του και του οχήματός του.
Τα αδικήματα για τα οποία εκδόθηκαν τα εντάλματα αφορούσαν σε διάδοση πορνογραφικού υλικού, απειλή διάδοσης πορνογραφικού υλικού, εκβίαση, απαίτηση περιουσίας με απειλές με σκοπό κλοπής, παρενόχληση με πρόκληση φόβου, σεξουαλική παρενόχληση, άσκηση ψυχολογικής βίας και συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος.
Ο αιτητής ζήτησε την άδεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου να καταχωρίσει αίτηση για ακύρωση του εντάλματος έρευνας, ισχυριζόμενος ότι εκδόθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος και του Ποινικού Κώδικα. Επικαλέστηκε λάθος στη διεύθυνση διαμονής του και αναφορά σε “ύποπτη” αντί για “παραπονούμενη”.
Ωστόσο, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την αίτησή του, σημειώνοντας ότι η χειρόγραφη διόρθωση των λαθών από την αστυνομικό ήταν νόμιμη και δεν συνιστούσε παραποίηση του εντάλματος. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο αιτητής δεν παρουσίασε επαρκή στοιχεία για να δικαιολογήσει την ακύρωση του εντάλματος, αναφέρει στο άρθρο του ο «Πολίτης».